ΣΤΙΣ ΑΜΜΟΥΔΙΕΣ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ
(3.000 χρόνια ελληνικής ποίησης)
Μια ανθολογία της ελληνικής ποίησης,
Κυκλοφορεί από την
www.vivliovardia.gr,
e-mail: info@vivliovardia.gr
ΟΜΗΡΟΣ
ΤΟ
ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ
Οδύσσεια
Α, 1-27
που συμφορές τον
βρήκανε πολλές αφότου εκείνος
τον ιερό
καστρότοιχο κατέκτησε της Τροίας.
Πόλεις ανθρώπων
γνώρισε πολλές κι ανθρώπων σκέψεις·
πολλά είχε
παθήματα και πόνους στα πελάγη
ποθώντας τους
συντρόφους του να σώσει και να φτάσουν
όλοι στα σπίτια
τους γεροί, χωρίς να καταφέρει
το γλυτωμό τους
επειδή, με φταίξιμο δικό τους,
οι σύντροφοι
χαθήκανε, νήπιοι ως φερθήκαν,
όταν του Ήλιου
σφάξανε και φάγανε τα βόδια,
κι ο Ήλιος τους
αφαίρεσε του γυρισμού τη μέρα.
Όλοι που απ’ τον
όλεθρο ξεφύγαν του πολέμου
και γλίτωσαν στη
θάλασσα, φτάσαν στο σπιτικό τους
κι αυτός μονάχα
έμενε στη θλίψη νοσταλγώντας
άπαυτα τη
γυναίκα του και τη γλυκειά πατρίδα.
Τον είχε η νύμφη
Καλυψώ, στην όμορφη σπηλιά της
τόνε κρατούσε η
θεά, για να τον κάνει ταίρι.
Μα όταν κλώστηκε
ο καιρός, στο γύρισμα των χρόνων
κι αποφασίσανε
οι θεοί να πλεύσει στην Ιθάκη
ούτε κι εκεί του
έλειψαν οι άθλοι κι ας βρισκόταν
με τους
αγαπημένους του. Και συμφωνούσαν όλοι
του Ολύμπου οι
άνακτες εκτός από τον Ποσειδώνα
που αρνιόταν την
επιστροφή του Οδυσσέα στο σπίτι
γιατί μαζί του
από καιρό σφοδρά ήταν θυμωμένος.
Αλλ’ είχε στους
Αιθίοπες εκείνος ταξιδέψει,
που ζούνε μακριά
πολύ, στο τέρμα των ανθρώπων
που πιάνει απ’
την ανατολή κι εκτείνετ’ ως τη δύση,
γιατί με ταύρους
και αρνιά του κάμνανε τραπέζι.
Όμως οι άλλοι
αθάνατοι στο μέγαρο του Δία
ψηλά εκεί στον
Όλυμπο ήσαν συγκεντρωμένοι.
ΑΝΔΡΑ
ΜΟΙ ΕΝΝΕΠΕ ΜΟΥΣΑ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ, ΟΣ ΜΑΛΑ ΠΟΛΛΑ
ΠΛΑΓΧΘΗ, ΕΠΕΙ ΤΡΟΙΗΣ ΙΕΡΟΝ ΠΤΟΛΙΕΘΡΟΝ
ΕΠΕΡΣΕ.
ΠΟΛΛΩΝ
Δ’ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΟΙΔΕΝ ΑΣΤΕΑ ΚΑΙ ΝΟΟΝ ΕΓΝΩ
ΠΟΛΛΑ
Δ’ Ο Γ’ ΕΝ ΠΟΝΤΩι ΠΑΘΕΝ ΑΛΓΕΑ ΟΝ ΚΑΤΑ ΘΥΜΟΝ
ΑΡΝΥΜΕΝΟΣ
ΗΝ ΤΕ ΨΥΧΗΝ ΚΑΙ ΝΟΣΤΟΝ ΕΤΑΙΡΩΝ.
ΑΛΛ’
ΟΥΔ’ ΩΣ ΕΤΑΡΟΥΣ ΕΡΡΥΣΑΤΟ, ΙΕΜΕΝΟΣ ΠΕΡ.
ΑΥΤΩΝ
ΓΑΡ ΣΦΕΤΕΡΗΣΙΝ ΑΤΑΣΘΑΛΙΗΣΙΝ ΟΛΟΝΤΟ,
ΝΗΠΙΟΙ
ΟΙ ΚΑΤΑ ΒΟΥΣ ΥΠΕΡΙΟΝΟΣ ΗΕΛΙΟΙΟ
ΗΣΘΙΟΝ.
ΑΥΤΑΡ Ο ΤΟΙΣΙΝ ΑΦΕΙΛΕΤΟ ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ.
ΤΩΝ
ΑΜΟΘΕΝ ΓΕ ΘΕΑ ΘΥΓΑΤΕΡ ΔΙΟΣ ΕΙΠΕ ΚΑΙ ΗΜΙΝ.
ΕΝΘ’
ΑΛΛΟΙ ΜΕΝ ΠΑΝΤΕΣ, ΟΣΟΙ ΦΥΓΟΝ ΑΙΠΥΝ ΟΛΕΘΡΟΝ,
ΟΙΚΟΙ
ΕΣΑΝ, ΠΟΛΕΜΟΝ ΤΕ ΠΕΦΕΥΓΟΤΕΣ ΗΔΕ ΘΑΛΑΣΣΑΝ.
ΤΟΝ
Δ’ ΟΙΟΝ, ΝΟΣΤΟΥ ΚΕΧΡΗΜΕΝΟΝ ΗΔΕ ΓΥΝΑΙΚΟΣ,
ΝΥΜΦΗ
ΠΟΤΝΙ’ ΕΡΥΚΕ ΚΑΛΥΨΩ, ΔΙΑ ΘΕΑΩΝ,
ΕΝ
ΣΠΕΣΣΙ ΓΛΑΦΥΡΟΙΣΙ, ΛΙΛΑΙΟΜΕΝΗ ΠΟΣΙΝ ΕΙΝΑΙ.
ΑΛΛ’
ΟΤΕ ΔΗ ΕΤΟΣ ΗΛΘΕ ΠΕΡΙΠΛΟΜΕΝΩΝ ΕΝΙΑΥΤΩΝ,
ΤΩι
ΟΙ ΕΠΕΚΛΩΣΑΝΤΟ ΘΕΟΙ ΟΙΚΟΝΔΕ ΝΕΕΣΘΑΙ
ΕΙΣ
ΙΘΑΚΗΝ, ΟΥΔ’ ΕΝΘΑ ΠΕΦΥΓΜΕΝΟΣ ΗΕΝ ΑΕΘΛΩΝ,
ΚΑΙ
ΜΕΤΑ ΟΙΣΙ ΦΙΛΟΙΣΙ, ΘΕΟΙ Δ’ ΕΛΕΑΙΡΟΝ ΑΠΑΝΤΕΣ
ΝΟΣΦΙ
ΠΟΣΕΙΔΑΩΝΟΣ. Ο Δ’ ΑΣΠΕΡΧΕΣ ΜΕΝΕΑΙΝΕΝ
ΑΝΤΙΘΕΩι
ΟΔΥΣΗΙ ΠΑΡΟΣ ΗΝ ΓΑΙΑΝ ΙΚΕΣΘΑΙ.
ΑΛΛ’
Ο ΜΕΝ ΑΙΘΙΟΠΑΣ ΜΕΤΕΚΙΑΘΕ ΤΗΛΟΘ’ ΕΟΝΤΑΣ
ΑΙΘΙΟΠΑΣ,
ΤΟΙ ΔΙΧΘΑ ΔΕΔΑΙΑΤΑΙ, ΕΣΧΑΤΟΙ ΑΝΔΡΩΝ,
ΟΙ
ΜΕΝ ΔΥΣΟΜΕΝΟΥ ΥΠΕΡΙΟΝΟΣ, ΟΙ Δ’ ΑΝΙΟΝΤΕΣ
ΑΝΤΙΟΩΝ
ΤΑΥΡΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΑΡΝΕΙΩΝ ΕΚΑΤΟΜΒΗΣ.
ΕΝΘ’
Ο ΓΕ ΤΕΡΠΕΤΟ ΔΑΙΤΙ ΠΑΡΗΜΕΝΟΣ. ΟΙ ΔΕ ΔΗ ΑΛΛΟΙ
ΖΗΝΟΣ
ΕΝΙ ΜΕΓΑΡΟΙΣΙΝ ΟΛΥΜΠΙΟΥ ΑΘΡΟΟΙ ΗΣΑΝ.
ΣΑΠΦΩ, (6ος
α. π.Χ Λέβος-Λευκάδα)
ΤΟ ΓΛΥΚΟΜΗΛΟ
Kρέμεται το γλυκόμηλο
στου κλωναριού την άκρη*,
την άκρη την ακρότατη.
Oι μηλοτρυγητάδες
τό ’χουν ξεχάσει. Δεν
το ξέχασαν,
είναι που δεν
μπορούσαν να το φτάσουν.
ΟΙΟΝ
ΤΟ ΓΛΥΚΥΜΑΛΟΝ ΕΡΕΥΘΕΤΑΙ ΑΚΡΩ ΕΠ’ ΥΣΔΩ
ΑΚΡΟΝ
ΕΠ’ ΑΚΡΟΤΑΤΩ
ΛΕΛΑΘΟΝΤΟ
ΔΕ ΜΑΛΟΔΡΟΠΗΕΣ. ΟΥ ΜΑΝ ΕΚΛΕΛΑΘΟΝΤ’ ΑΛΛ’
ΟΥΚ
ΕΔΥΝΑΝΤ’ ΕΠΕΙΚΕΣΘΑΙ.
O ΓAMOΣ TOY EKTΩPA KI THΣ ANΔPOMAXHΣ
Kι έφτασε άγγελος
ταχύς χαρούμενος κι εστάθη
(ο Ίδαος ήταν) κ’ είπε
αυτά ο καλός μαντατοφόρος:
«Αφού με δόξαν
άφθαρτη διάβηκαν την Ασία
ο Έκτωρ και οι φίλοι
του σχίζοντας με καράβια
το αρμυρό το πέλαγος,
την γλυκομάτα φέρνουν
την Aνδρομάχη μακριά
από την άγια Θήβα
κι απ’ την Πλακία την
πλούσια με τις πολλές τις βρύσες.
Φέρνουν κοσμήματα
χρυσά και καλοδουλεμένα
φέρνουνε πορφυρά
υφαντά και καλοκεντημένα.
Φέρνουν
ελεφαντόδοντο και κούπες ασημένιες
όλα τους
καλοσκάλιστα". Έτσι εκείνος είπε.
Kι ο γέρο Πρίαμος αυτά
ως τάκουσε σηκώθη
κι έστειλε το
χαρμόσυνο μαντάτο απ’ άκρη σ’ άκρη
στην πόλη την
απέραντη με τους μεγάλους πύργους.
K’ οι Tρώες στις
καλότροχες τις άμαξες εζεύαν
μουλάρια και
ανέβαινε τ’ όμορφο μέγα πλήθος
από γυναίκες ώριμες
και νιες και κοριτσάκια.
Kαι χωριστά πηγαίνανε
του Πρίαμου οι κόρες.
Aπό την άλλη στ’
άρματα ζεύαν οι νέοι άντρες
Τ’ άλογα κι έσμιγε η
γλυκειά φωνή του αυλού με λύρες
και κρόταλα ενώ από ’δω
τα λυγερά κορίτσια
τραγούδι λέγαν ξάστερο για τις χαρές του γάμου
και του γλεντιού
ανέβαιν’ ο αχός μες στον αιθέρα.
Kαι μες τους δρόμους
διάβαιναν οπ’ ήσαν σε κρατήρες
και σε φιάλες, κι
έσμιγαν, κασσία, λιβάνι, μύρο.
Kαι το τραγούδι
σήκωσαν πολύ ψηλά οι γυναίκες
και με ζεστές
χαρούμενες φωνές κράζαν οι άντρες
και τον παιάνα του
θεού Aπόλλωνα ελέγαν
που τόξον όλεθρου
κρατεί και λύρα ευφροσύνης.
Yμνούσαν τους
θεόμορφους Έκτορα κι Aνδρομάχη.
ΚΑΒΑΦΗΣ, 19ος-20ος αι.
IΘAKH
Σα
βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να
εύχεσαι νάναι
μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος
περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους
Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον
θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια
στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν
μεν η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις
το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους
Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον
άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν
δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν
η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να
εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά
τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που
με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά
θα
μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να
σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και
τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια
και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και
ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο
μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε
πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να
μάθεις και να μάθεις απ’ τους
σπουδασμένους.
Πάντα
στο νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το
φθάσιμον εκεί ειν’ ο προορισμός σου.
Αλλά
μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα
χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και
γέρος πια να φτάσεις στο νησί,
πλούσιος
με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη
προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η
Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς
αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα
δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι
αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι
σοφός που έγινες με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.
|
ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ, 20ος 21οσ αι.
TA
ΑΙΤΙΑ
TOY
ΤΡΩΙΚΟΥ
ΠΟΛΕΜΟΥ Λένε
πολλά για τις αιτίες που οδήγησαν σε
σύρραξη τους Τρώες και τους Έλληνες στα
1400 π. X., στην Ιωνία. Οι
πιο μοντέρνες θεωρίες μας μιλούν για τη
συνήθεια του
πλιάτσικου που φτάνει ως τις μέρες μας. Οργανωμένες
συμμορίες από κράτη, εταιρείες, βασιλείς,
πολιορκούσαν,
έκαιγαν και άρπαζαν κοπάδια,
θησαυρούς, γυναίκες, δούλους. Όμως
εντύπωση εμένα πάντα μού ’καναν οι
λεπτομέρειες εκείνες σαν κι αυτή που
σαν οι Έλληνες εσύρανε τα πλοία τους μαύρα
και με τεράστια τα μάτια τους στην πλώρη όταν
οι Έλληνες εσύρανε τα πλοία τους σε
μακριά παράταξη εκεί στην αμμουδιά. Το
πρώτο πράγμα πού
’καμαν αφού στήσαν τις σκηνές τους ήτανε
τα λουτρά, με τους λουτήρες, με τις
βρύσες κ’
ήταν μετά το στάδιο για τα παιχνίδια των
αγώνων. Βεβαίως
χρειαζόντουσαν κοπάδια για τροφή βόδια
και πρόβατα και γίδια. Χρειαζόντουσαν ψωμί
και οίνο και ξυλεία, χρειαζόντουσαν σκλάβες
γυναίκες που γινόντουσαν πολύ
συχνά οι γλυκές συντρόφισσές τους επάνω
σε φλοκάτες κ’ υφαντά της Αιτωλίας, των
Μυκηνών, της Θεσσαλίας, της Ιθάκης. Βεβαίως
και ζητούσαν, κ’ υποχρέωναν ή άρπαζαν αλλά
ο πόλεμος δεν έγινε γι’ αυτά. Όταν
γυμνή σε κοίταζα στο στρώμα μου εκεί
στο πέτρινο το σπίτι που για φύλακες έχει
αστερισμούς. Ενώ σε κοίταζα έξω
απ' τον καθρέφτη, ζωντανή μέσα στο χρόνο ενώ
σε κοίταζα κι απόλαυσα ξανά
και πάλι και ξανά και πάλι και ξανά τη
θεϊκή, τη φονική σου ομορφιά, κατάλαβα
καλά που αυτός ο πόλεμος έγινε
μοναχά για μια γυναίκα.
|