|
Μα όχι πια, μα όχι πιά άλλοι θεοί. Θεός και βασιλιάς είναι ο Άνθρωπος. Όμως ο Έρωτας, αυτός Είναι η Μεγάλη Πίστη. ____________________Ρεμπώ L' Amor che move il sole e l'altre stelle (O Έρως που κινεί τον ήλιο και τα άλλα τ' άστρα) ____________________ Ντάντε Αλιγκιέρι |
|
Κι όλα θα πάν καλά και, κάθε είδους πράγμα θ' αποβεί καλό όταν οι γλώσσες από φλόγες διπλωθούν μες στον στεφανωμένο κόμπο (η μπουμπούκι) της φωτιάς κ' η φωτιά και το ρόδο γίνουν ένα. |
|
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά κι εκείνα ακόμα που δεν πέρασαν, πρέπει να καούν τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου. |
|
-Βρέθηκε -Ποιο; -Η αιωνιότητα. -Είναι η ένωση τον ήλιου και της θάλασσας. |
|
ΠΑΝΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ
Είτε εκσπερματώνω μες στη Νίνη Είτε εκσπερματώνω μες στη Λίλη Είτε εκσπερματώνω μέσα στη Μεμέ Πάντα μέσα στο σύμπαν χύνω φίλε μου. Μήπως δεν είσαι τάχα το χυμένο σπέρμα μου ώ Γαλαξία; |
|
ΖΩΟ ΚΥΚΛΙΚΟ
______Στη θάλασσα και στους τόπους του Πάνα· στη γη που κέρατά ___της έχει τα δέντρα· στη Βάσω και στο θαλασσί μεταξωτό που της έφερε ο Γουέη από την Κίνα· ___στη δρακοντιά, στον Jean-Claude Villain, στις μέρες του Μαγιού, στην Αριάδνη. Ω θεία ευχαριστία όταν το μουνί σου μου δαγκώνει και μου γλείφει το φαλλό με το εξαίσιο στόμα του το ρόδινο το σάρκινο και υγρό. Άρρητη ευφροσύνη που γνωρίζει μόνο της αγάπης ο θεός. Γιατί δεν είμαστε εμείς τότε οι δυό που ο καθρέφτης μάς κρατάει στην καρδιά του. Είμαστε ένα ζώο κυκλικό· ο μαγικός Δράκοντας-Κόσμος που δαγκώνει την ουρά του. |
|
ΜΙΑ ΘΕΑ ΤΩΝ (Αλλάζοντας φύλο σ' ένα ποίημα του Καβάφη) Όταν καμμιά τους επερνούσεν, απ' της Διαγωνίου την αγορά, περί την ώρα που βραδυάζει, σαν νταρντανέ και τέλεια ωραία γκόμενα, με τη χαρά της αφθαρσίας μες στα μάτια, με τ' αρωματισμένα καστανόξανθα μαλλιά, οι διαβάται την εκύττταζαν κι ο ένας τον άλλονα ρωτούσεν αν την γνώριζε κι αν ήταν Ελληνίς ή Αλβανίς, Βουλγάρα ή Ρωσίς. Μα μερικοί που με περισσοτέραν προσοχήν παρατηρούσαν, εκαταλάμβαναν και παραμέριζαν. Κ' ενώ εχάνετο κάτω απ' τές στοές, μες στές σκιές και μες στα φώτα της βραδυάς, πηγαίνοντας προς τα Λαδάδικα που μόνο την νύχτα ζουν, με όργια και κραιπάλη και κάθε είδους μέθη και λαγνεία, ερέμβαζαν ποια τάχα ήταν εξ Αυτών και για ποιάν ύποπτην απόλαυσί της, στης Τσιμισκή το πεζοδρόμιο κατέβηκε, απ' τα Προσκυνητά, Πάνσεπτα Δώματα". |
|
ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΣΕ ΕΝΤΑΦΙΑ ΛΗΚΥΘΟ
_______Στον Σάκη Δερμάνη, τον πολύτροπο Ξέραμε ως τώρα πως οι πρόγονοι ημών έφκιαχναν έπεα πτερόεντα, τουτέστιν φτερωτά. Ξέρουμε τώρα πως επίσης θαυμαστά πέη πτερόεντα εφκιάχναν. Κι εξ' αυτών ένα ζωγραφισμένο σε μια λήκυθον ευρέθηκε, σε τάφο γυναικείον, (5ος αιώνας π.Χ., Αρχαίο Δίον). Λεπτομερώς ο καλλιτέχνης δεν μας δείχνει το αιδοίον, μα η γυναίκα με μια στερεή γραμμή σκυμμένη παριστάνεται στο αγγείον, γυμνή, βλέποντας πίσω της, με λάγνα προσμονή, να 'ρχεται πέος φτερωτόν ως δώρο θείον. _____________________________Αρχαίο Δίον, 1986-1999 |
|
ΑΠ' ΤΑ ΤΑΚΟΥΝΙΑ ΤΟΣΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ _______________Στον soto206 που με κέφι μού έφκιαξε αυτή την ιστοσελίδα Εσύ στυλάτο ΙΒΙΖΑ δεν έζησες τη δόξα των τριάντα χρόνων μου ως σαράντα. Εσύ γνώρισες μόνο την πανέρμορφη Αριάδνη. Όμως εσύ παλιό μου FIAT 127 εσύ και τι δεν άκουσε και τι δεν είδες. Σύμπαν μικρό που σ' έλυωσαν οι τόσοι στεναγμοί της ευφροσύνης. Που σε ξεβίδωσαν κουνήματα γλυκά, που σε σμπαράλιασαν οι άγριοι σεισμοί των οργασμών. Και τ' ουρανού σου από μέσα η οροφή πώς αχρηστεύτηκε, ξεσκίστηκε (μα τρύπησε σχεδόν) απ' τα τακούνια τόσων γυναικών. |
|
ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ __________Στον αγαπημένο φίλο και ακρίτα Βασίλη Μαραγκό Στα Ραϊνιώτικα βουνά στης Σόφιας τα σοκάκια που κει συν δυο δεν περπατούν συν τρεις δεν κουβεντιάζουν παρά πενήντα κι εκατό και πάλε φόβον έχουν εγώ μονάχος πέρασα το σάκκο μου γεμάτο Όμηρο, προφυλαχτικά, βούρτσα δοντιών, μολύβια, και μπλοκ και διαβατήριο, ρεζέρβα σκουλαρίκι. Βουνά και κάμπους έδειρα βουνά και καταράχια νύχτες χωρίς αστροφεγγιά νύχτες χωρίς φεγγάρι και τόσα χρόνια πού 'ζησα δω στον απάνω κόσμο κανένα δεν φοβήθηκα απ' τους ανδρειωμένους. Μα κει 'δα μια ξυπόλυτη και λαμπροφορεμένη Πού 'χε του ρίσου τα πλουμιά της αστραπής τα μάτια. Την κράζω να παλαίψουμε στα μαρμαρένια αλώνια κι αυτή μου λέει προτιμά τα δροσερά σεντόνια. Πήγαμε και παλαίψαμε στα δροσερά σεντόνια. Κι όθε χτυπά ο ποιητής βαθύ αυλάκι κάνει κι όθε χτυπά η μορφονιά ρύζι και γάλα βγάνει. Πορτιέρηδες στην κλειδωνιά ήρθαν και βάλαν μάτι να δουν τι θαύμα γίνεται σ' εκείνο το κρεββάτι. Κι άλλος θωρεί τα πόδια της στους ώμους μου να βάνει κι άλλος φτερούγες έβλεπε που αγγίζαν το ταβάνι. |
|
ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ
Την άκουγα εκεί που κατουρούσε και της είπα: -Θέλω να κατουρήσεις μια φορά μέσα στη χούφτα μου. -Μα ναι, θα κάνω ό,τι θες αγάπη μου· όλα θα σου τα κάνω. |
|
ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΤΡΩΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Λένε πολλά για τις αιτίες που οδήγησαν σε σύρραξη τους Τρώες και τους Έλληνες στα 1400 π. Χ., στην Ιωνία. Οι πιο μοντέρνες θεωρίες μας μιλούν για τη συνήθεια του πλιάτσικου που φτάνει ως τις μέρες μας. Οργανωμένες συμμορίες από κράτη, εταιρείες, βασιλείς, πολιορκούσαν, έκαιγαν και άρπαζαν κοπάδια, θησαυρούς, γυναίκες, δούλους. Όμως εντύπωση εμένα πάντα μου 'καναν οι λεπτομέρειες εκείνες σαν κι αυτή που σαν οι Έλληνες εσύρανε τα πλοία τους μαύρα και με τεράστια τα μάτια τους στην πλώρη όταν οι Έλληνες εσύρανε τα πλοία τους σε μακριά παράταξη εκεί στην αμμουδιά. Το πρώτο πράγμα πού 'καμαν αφού στήσαν τις σκηνές τους ήσανε τα λουτρά, με τους λουτήρες, με τις βρύσες κ' ήταν μετά το στάδιο για τα παιχνίδια των αγώνων. Βεβαίως χρειαζόντουσαν κοπάδια για τροφή βόδια και πρόβατα και γίδια. Χρειαζόντουσαν ψωμί και οίνο και ξυλεία, χρειαζόντουσαν σκλάβες γυναίκες που γινόντουσαν πολύ συχνά οι γλυκές συντρόφισσές τους επάνω σε φλοκάτες κ' υφαντά της Αιτωλίας, των Μυκηνών, της Θεσσαλίας, της Ιθάκης. Βεβαίως και ζητούσαν, κ' υποχρέωναν ή άρπαζαν αλλά ο πόλεμος δεν έγινε γι' αυτά. Όταν γυμνή σε κοίταζα στο στρώμα μου εκεί στο πέτρινο το σπίτι που για φύλακες έχει αστερισμούς. Ενώ σε κοίταζα έξω απ' τον καθρέφτη, ζωντανή μέσα στο χρόνο ενώ σε κοίταζα κι απόλαυσα ξανά και πάλι και ξανά και πάλι και ξανά τη θεϊκή, τη φονική σου ομορφιά, κατάλαβα καλά που αυτός ο πόλεμος έγινε μοναχά για μια γυναίκα. |
|
ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ
Μ' αρέσει η σκόνη πού 'μαστε, μ' αρέσει κι ο ιδρώς, τα πόδια σου, η διχάλα τους κι ο μαύρος της αφρός. Να ντύνομαι το σώμα σου, να γίνομαι θεός, να γδύνομαι τη θάλασσα, να ντύνομαι το φως. |
__________Σημ 1: Το βιβλίο ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ,
εχει εκδοθεί τον Ιούνιο, του 2004
απο τις εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ ( Σκουφά 71Α, Αθήνα 10678 ).
Σημ 2: Παρακαλώ τους αναγνώστες να διορθώσουν ένα λάθος στη σελίδα 46 του βιβλίου αυτού. Στον πέμπτο στίχο
απο την αρχή το σωστό είναι «μύηση σ' όλα τα επίπεδα ζωής» δηλαδή
αφαιρείται το «της».