|
Φκιάχνεις ένα κεφάλι με το Ο-μικρον κι επίσης με το ο-μικρον φκιάχνεις τα μάτια και το στόμα, τις παλάμες, τις πατούσες και τ' αυτιά. Χέρια, ποδάρια και κορμί τα φκιάχνεις με το Ι-ώτα. Με Ι-ώτα επίσης φκιάχνεις δάχτυλα, μαλλιά. Κάνεις με το ω-μέγα έναν κώλο. Κάνεις και μ' ένα Β-ήτα τα βυζιά. |
|
Και φκιάχνεις μ' ένα Ι-ώτα το φαλλό. Φκιάχνεις ακόμα και τους όρχεις με δυο ο. |
|
ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ
Η μαύρη φυλλωσιά των ποιημάτων σκαρφαλώνει σαν κισσός στους άσπρους τοίχους του βιβλίου μου. Σε ξύλο πάνω πάντα γράφουμε. Ξύλου πολτός περνάει από τους κύλινδρους κι ο κόσμος βγαίνει _____απ' την αρχή του, άγραφος, λευκός, Ύστερα γράφεις και μαθαίνεις στα παιδιά του Ανθρώπου το αλφάβητο: Α, ή α, με τη ζώνη του Ανθρώπου ή με τα κέρατα του ταύρου. Β, σαν το ζυγό των δυο βοδιών, σαν τα βυζιά σου που οι ρόγες τους διαβάζουν του χεριού μου τις γραμμές. Γ ή γ, σαν κρεμάλα ή σαν κέρατα της αίγας. Δ ή δ, σαν πλευρά μιας πυραμίΔας ή σαν φίδι που σηκώθηκε ν' ακούσει τον αυλό, Ε, σαν τρικράνι πού 'χει χάσει το στυλιάρι του. Ζ, σα να 'χει γράψει στη σελίδα τ' ουρανού με αστραπή το αρχικό τού ονόματός του ο Ζευς. Η, σα να 'ναι οι στήλες του Ηρακλή είτε η πύλη των ανθρώπων και των σύννεφων. Θ, σα να 'ναι η πύλη του Θεού φραγμένη με μια παύλα για τους βέβηλους που ανέτοιμοι πασχίζουν να εισέλθουν στο μυστήριο του θανάτου. Ι, σαν το ραβδί του ραψωδού ή σαν κολώνα Ιωνική σ' ένα ναό της Ιφιγένειας, της Ινώς, της Ιοκάστης. Κ, σαν το σκαμνί πού 'χει κυλήσει από τη θέση του. Λ ή λ, σα να άνοιξε τα σκέλη για να δείξει πως ο χώρος όσο μικρός κι αν φαίνεται είναι πάντα άπειρος και αμέτρητος κι ασύγκριτος. Μ, σαν να λύγισε ο δοκός της πύλης απ' το βάρος του αόρατου πουλιού· η στάση της γυναίκας (των ποδιών της) σ' ώρα γάμου ή τοκετού. Ν, σαν το Ν που αλλάζει μόνο όταν μπαίνει μέσα στον καθρέφτη. Ξ, με τα τρία ξυλαράκια του τσαγιού για τη μαντεία σε ναό βουνήσιο της Ασίας. Ο, το απόλυτο, το όμοιο στον εαυτό του· το κυκλικό ποτάμι· η πηγή του νου· (καθρέφτης του Πρωτέα και κορνίζα του κενού). Π, σα μια πύλη όπου περνά ο άνεμος του χρόνου παρασέρνοντας γράμματα κι άστρα, μισοφέγγαρα και κόσκινα κι αράχνες και σκιές, την πρώτη αυγή, κομήτες, άμμο κι άμαξες και δρόμους τυλιγμένους στο κουβάρι που ονομάζουν Γη. Ρ είτε ρ, το ο-μικρον που άρχισε να στάζει εξηγώντας τη ροή κι έγινε ρό Σ ή σ είτε ς, νάτο πάλι (θέλω να πω το ό-μικρον) ξετύλιξε τον εαυτό του κι έχει γίνει το φίδι που σφυρίζει τη Σιωπή. Τ, ο σΤαυρός ή ο Ταυρός· η πατερίτσα του Αγίου· το σφυρί του Τέκτονα Τρισμέγιστου Ερμή. Υ, είτε υ, το κύπελλο· τα χέρια του Ακενατών που το υψώνουν προς τον Ήλιο, Φ, το πηγάδι του θεού κι απάνω του το Ι να διαβείς και να μην πέσεις μέσα στον εαυτό σου και πνιγείς. Χ, που διέγραψε εκείνο τ' ορισμένο πρόσωπό σου για να είσαι πια το κάθε τι. Ψ, το τρικράνι που μαζεύει, τα φύλλα πού 'πεσαν στις όχθες του Καιρού. Κι εσύ εκεί μες στα νερά του Γαλαξία πάντα να ψαρεύεις μ' ένα ψ. Ω, σα λιμάνι ποθητό· πύλη του ήλιου στου πελάγου τον ορίζοντα· τέλος σε κάθε μας ταξίδι μυθικό. Και βέβαια δεν μπορείς να παίξεις ενόσω παραμένεις ένας εαυτός που δεν έχει περάσει από εδώ: ΥστερόΓραφο: Και τ' αρχικά του ονόματός μου εν τέλει τόσο χρήσιμα: Για να κρεμώ από του Ύ-ψιλον τη φούρκα το σακκάκι μου κι από του Γ-άμμα την κρεμάλα το κορμάκι μου. |
|
ΜΗΝΥΜΑ ΠΕΜΠΤΟ
(Ραΐνα, προς το τέλος του Μαρτίου): Κάθομαι κάτω απ' το πουρνάρι, δίχως σκέψεις. Τάχα γιατί να σκέφτομαι; Τριγύρω μου υπάρχουν ενσαρκωμένες σκέψεις τόσο όμορφες που βλέποντάς τες με γεμίζουν ευφροσύνη. ΜΗΝΥΜΑ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (Βασιλική Λευκάδας, Αυγούστου 2ΟΟ2): Στη σαρκοφάγο εδώ της γης και τ' ουρανού κλεισμένος βρίσκομαι από γεννησιμιού. Βεβαίως περπατώ και γράφω ακόμη κι έχω στο κάρακλό μου λίγη κόμη, Κοιμούμαι, πλένομαι, μα βλέπω καθαρά πως τρώγουνε τη σάρκα μου αργά και σταθερά ο χρόνος ο αόρατος κ' η άφθαρτη φθορά. |