_____ΤΟ ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ


_____Τι είναι "Το ιδεόγραμμα του φιδιού; Τα χνάρια που άφησαν τα δόντια μιας οχιάς πάνω στη φτέρνα μιας γυναίκας; Ο πάντα και παντού παρών μυστικός δείπνος της αιωνίου Φύσεως που αποτυπώνεται με τον ουροβόρο του εξωφύλλου; Αυτά μα κι όλα τα παρακάτω: _____Πραγματικά περιστατικά, όπως ο ποιητής τα έζησε και τα διηγείται. Το ’γιον Όρος· όνειρα και η ερμηνεία τους· θρύλοι και ο αποσυμβολισμός τους· ομιλίες· συνομιλίες με μικρά παιδιά, μοναχούς, δημοσιογράφους, πνεύματα, τρελλούς· άρθρα για τη γλώσσα, τη θρησκεία, το χρόνο, το θυμό, τον πόλεμο, τον έρωτα, την ποίηση, το αίνιγμα, τον μύθο και τέλος, μηνύματα στο "κινητό', αποδεικνύοντας ότι τα επιτεύγματα της τεχνολογίας στα χέρια του ποιητή μπορούν να γίνουν μέσα για να παραχθεί υψηλού επιπέδου πολιτισμός:

_____Πολύ σοβαρά παίρνουν οι άνθρωποι τον εαυτό τους. Κι αλαζονεύονται ανόητα πάνω στη Γη, που δεν είναι παρά ένας κόκκος της ανθόσκονης που ονομάζεται Γαλαξίας, και που απλώθηκε σαν φύσηξε ολίγον τι ο Χρόνος, στο περιβόλι της Αιώνιας ’νοιξης.

_______________________________________(ΜΗΝΥΜΑ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΟΓΔΟΟ, Μάιος 2002)

_____Με συντροφιά τον Γιάννη Υφαντή "τον πιο αιρετικό και βλάσφημο αλλά ίσως και τον πιο ένθεο έλληνα ποιητή που υπάρχει σήμερα", το βιβλίο αυτό αποτελεί μια πορεία πάνω στον ξεχασμένο δρόμο που οδηγεί στη θέαση του πρωταρχικού, εκεί όπου ο άνθρωπος, από ανικανοποίητος αναζητητής του θαυμαστού, γίνεται μέτοχος στο πανταχού παρόν θαύμα.

___________________
_____Σημείωση: Το Ιδεόγραμμα του φιδιού κυκλοφορεί στις 15 Φεβρουαρίου του 2003 από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, Βαλτετσίου 14, 106 80, τηλ. 210 3645 236 - FAX: 210 36 28 950
Web site: http://www.patakis.gr e-mail: info@patakis.gr



_____Ο ΞΕΝΟΣ, 0Ι ΨΥΛΛΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

_____Μετά το σούρουπο, αφού ταχτοποιήθηκαν όλες οι εξωτερικές εργασίες, μαζευτήκαμε γύρω από τη φωτιά. Και τότε κάποιος χτύπησε την πόρτα.
_____"Εμπρός! Ποιος είναι;" φώναξε ο πατέρας μου. Η πόρτα άνοιξε. Ένας ξένος στάθηκε: "Μήπως μπορώ να περάσω τη νύχτα εδώ στο σπίτι σας μωρέ νοικοκυραίοι;", ρώτησε, "Πώς δεν μπορείς. Κόπιασε μέσα. Θα βολευτούμε", είπε ο πατέρας μου.
_____Μπήκε λοιπόν ο άνθρωπος. Καλησπέρισε. Του κάναμε μέρος να καθίσει δίπλα στο παραγώνι. Από πού είσαι κ.τ.λ. Ήταν από την Τατάρνα και πήγαινε σε μια κόρη του, παντρεμένη στα μέρη του Θέρμου.
_____Φάγαμε τι φάγαμε, ήπιαμε τι ήπιαμε κι ετοιμαζόμασταν να κοιμηθούμε.
_____"Εχετε μωρέ ψύλλους;" ρώτησε τότες ο ξένος.
_____"Εχουμε λέει" είπε ο πατέρας μου. "Μας έχουν σακατέψει· μας πέθαναν. Δε θυμάσαι το μύθο; Την ιστορία; Όταν έβαλαν το φίδι στη φωτιά να το κάψουν το φίδι είπε: "Έννοια σας και δε θα γλιτώσετε από μένα. θα σας εκδικηθώ". Το 'καψαν το φίδι αλλά από τη στάχτη του φιδιού έγιναν οι ψύλλοι. Κι έτσι το φίδι εκδικήθηκε τους ανθρώπους. Με τους ψύλλους· πού 'ναι η στάχτη του φιδιού".
_____"Την ξέρω την ιστορία" είπε ο ξένος, "όμως απόψε θα κοιμηθείτε ήσυχα".
_____Βγάζει λοιπόν ένα μαυρομάνικο μαχαίρι και το μπήγει ανάμεσα στη γωνιά και στο γωνόλιθο. Κουνώντας το δεξί του χέρι πάνω απ' το μαχαίρι, γράφοντας στον αέρα σχήματα, κάτι μουρμούρισε, κάτι ψιθύρισε, κ' ύστερα: "’ειστε, κοιμηθείτε ήσυχα" είπε, "απόψε δε θα 'χετε ψύλλους".
_____Και κοιμηθήκαμε. Και πράγματι, όλη τη νύχτα δεν μας άγγιξε ψύλλος. Το πρωί, σηκωνόμαστε, τι να ιδούμε. Το μαχαίρι δεν φαινόταν. Μια τουλούπα μαύρη από ψύλλους τύλιγε το μαχαίρι. Λέει τότε ο πατέρας μου και ξάμωσε ν' αρπάξει το μαχαίρι: "Τώρα μωρέ τους άτιμους, τώρα που 'ναι μαζεμένοι, ρίξε τους στη φωτιά". "Όχι, μη" έκαμε ο ξένος απότομα, σχεδόν τρομαγμένος. "’μα τους κάμω απιστία, δεν με ξαναεμπιστεύονται, δεν τους ξαναμαζεύω. Όχι". Και κουνώντας το δεξί του χέρι πάνω απ' το μαχαίρι, κάτι μουρμούρισε, κάτι ψιθύρισε. Και κάνοντας το χέρι του γροθιά, άνοιξε την παλάμη του απότομα και τίναξε τα δάχτυλά του αχτινωτά λέγοντας: "’ειστε στο καλό!". Κι άρχισε τότε να λιώνει η τουλούπα και το μαχαίρι να πετάει μακριά σα μαύρες σπίθες τους ψύλλους, επειδής άλλοι κατέβαιναν κι άλλοι πηδούσαν. Μαύρισε ο τόπος γύρω, αναδευόταν. Σκόρπισαν γρήγορα οι ψύλλοι, φάνηκε πάλι το μαχαίρι". Τότε, έπιασε ο ξένος το μαχαίρι απ' τη λαβή, το ξέμπηξε, το έβαλε στο θηκάρι και μετά το 'ριξε μέσα στο σακκούλι του".


_____ΣΧΟΛΙΑ:

_____Καθώς διηγούμαι τώρα το γεγονός, σκέφτομαι και συνδέω πράγματα που παλιότερα δεν συνέδεα· αναρωτιέμαι κι επιχειρώ να δώσω απαντήσεις:
_____1. Γιατί μαυρομάνικο μαχαίρι;
_____2. Γιατί μπηγμένο ανάμεσα σε δυο πέτρες;
_____3. Ποιο πράγμα, τόσο σημαντικό για τους ψύλλους, έδωσε σαν αντάλλαγμα ο ξένος, ώστε αυτοί να δεχτούν, να μαζευτούν πάνω στο μαχαίρι και να μείνουν για μια ολόκληρη βραδιά νηστικοί;
_____Κι ακόμα, τι μπορεί να σημαίνει η σφοδρή επιθυμία του πατέρα μου να κάψει τους ψύλλους;
_____4. Γιατί ο ξένος λέει πως αν φερθεί με απιστία στους ψύλλους αυτοί δεν θα τον ξαναεμπιστευτούν για να μαζευτούν; Πώς θα ξέρουν οι άλλοι ψύλλοι, οι αυριανοί ψύλλοι, προς τους οποίους αυτός θα απευθυνθεί, σ' ένα άλλο σπίτι, χιλιόμετρα μακριά, ότι φέρθηκε μ' απιστία, στους σημερινούς ψύλλους;

_____1. Πάντα το μαυρομάνικο μαχαίρι το χρησιμοποιούν σε μαγικές τελετές. Κι επίσης το θεωρούν φυλαχτό. Κι ακόμα το θεωρούν αποτελεσματικό, μα και διψασμένο για αίμα, γι' αυτό λένε πως το μαυρομάνικο μαχαίρι σπρώχνει τον κάτοχό του προς το φόνο.
_____Το μαυρομάνικο μαχαίρι λοιπόν λαχταρά τη σάρκα και το θάνατο; Τη σάρκα, ναι· μα όχι και το θάνατο. Ο θάνατος είναι απλώς αποτέλεσμα της λαχτάρας του για τη σάρκα. Και πού άραγε οφείλεται αυτή η λαχτάρα του για τη σάρκα; Ίσως στη γύμνια του. Τίποτε πιο γυμνό από τη λαμπερή λάμα ενός μαχαιριού. Η λαχτάρα λοιπόν για σάρκα, οφείλεται στο ότι δεν έχει σάρκα. Και μόνο χωμένο στη σάρκα γίνεται ν' αποχτήσει σάρκα. Έστω προσωρινά. Διψά για σάρκα, ακριβώς για να εν-σαρκωθεί. Αλλά δεν υπάρχει κάτι μέσα στο σύμπαν που ενσαρκώνεται χωρίς να σκοτώσει άλλα όντα. Κάθε ζωή σημαίνει απαραιτήτως το θάνατο κάποιων άλλων όντων. Το μαυρομάνικο μαχαίρι λοιπόν δεν σπρώχνει προς το θάνατο κάποιων άλλων όντων. Το μαυρομάνικο μαχαίρι δεν σπρώχνει προς το φόνο, αλλά προς την έως θανάτου ικανοποίηση, που φέρνει η εν-σάρκωση.
_____Θα πει κανείς, γιατί το μαυρομάνικο μαχαίρι κι όχι όλα τα μαχαίρια; Σίγουρα όλα τα μαχαίρια. Σίγουρα όλες οι λάμες, ανεξάρτητα από το χρώμα της λαβής, διψούν για σάρκα. Όμως του μαυρομάνικου μαχαιριού η δίψα για σάρκα είναι μεγαλύτερη, ακριβώς γιατί το αδιαπέραστο σκοτάδι της μαύρης λαβής, απομονώνει τη λάμα, κάνει τη λάμα χωρίς ελπίδα διάχυσης, διασκόρπισης και εκτόνωσης. Δε γίνεται να μοιραστεί η λάμα τίποτε με το μαύρο μανίκι. Αντίθετα, πλάι στο μαύρο η γύμνια της γίνεται περισσότερο γύμνια, και η λάμψη της περισσότερο δυνατή, γι' αυτό και περισσότερο διψασμένη και πεινασμένη για σάρκα.
_____Ύστερα, η βουβή τυφλότητα του μαύρου μανικιού, είναι το αντίθετο του καθρέφτη της λάμας. Το κερατένιο σκοτάδι από τη μια κι από την άλλη το απύθμενο μαγικό βάθος του καθρέφτη, δημιουργούν μια σφοδρότητα στον κάτοχο καθώς το ένα θυμίζει έντονα το άλλο, μια τάση διεξόδου προς την πλήρη φανέρωση ή τον πλήρη χαμό, Και καθώς δεν υπάρχει ευθεία γραμμή μέσα στο σύμπαν, η τάση παίρνει τη μορφή του κύκλου. Το μαχαίρι γίνεται ουροβόρος ή πιο συγκεκριμένα, ο κάτοχος γίνεται αυτοκτόνος, σβήνοντας τη λάμψη της λάμας, απογυμνώνοντας τη λάμα ακόμα κι από τη λάμψη της, καλύπτοντας τον καθρέφτη της λάμας με τη σάρκα του.

_____2. Το μαχαίρι μπήγεται ανάμεσα στις πέτρες, ίσως γιατί προετοιμάζεται να παίξει το ρόλο του φιδιού, και τα φίδια, έχουν ως καταφύγιο, το κενό που αφήνουν οι πέτρες ανάμεσα τους.

_____3. Στη συμφωνία του ξένου με τους ψύλλος, ο ξένος ζήτησε από τους ψύλλους μια βραδιά νηστείας. Με το αντάλλαγμα να τους προσφέρει για μια βραδυά το μαχαίρι. Δηλαδή τα κόκκαλα του φιδιού. Ώστε ν' αποτελέσουν ξανά τη σάρκα του φιδιού και να απολαύσουν την αρχέγονη ενότητα μέσα στο πλήρες ον που κάποτε ήσαν. Γιατί οι ψύλλοι όπως μας λέει ο μύθος, είναι η στάχτη του καμένου φιδιού, η σάρκα του. Και το γυμνό μαχαίρι, είναι η ραχοκοκκαλιά του καμμένου φιδιού.
_____Ο μύθος της ρίψης του φιδιού στη φωτιά, αναφέρεται απλά και τυχαία από τον πατέρα μου· όμως τίποτε δεν αναφέρεται απλά και τυχαία μέσα στην τελετή του μυστηρίου της ζωής στο οποίο όλοι συμμετέχουμε, Ο πατέρας μου -κι αυτό είναι το πλέον εκπληκτικό- όχι μόνο αναφέρει το μύθο του φιδιού που έκαψαν κάποτε, αλλά χωρίς να συνειδητοποιεί τι βαθύτερα πράττει, την άλλη μέρα το πρωί, θέλει να ρίξει τους ψύλλους στη φωτιά, κι επειδή μέσα στην καρδιά και στο νου του έχει διαπράξει αυτό που τελικά δεν διεπράχθη, ο πατέρας μου χωρίς πλήρη συνείδηση του τι βαθύτερα συμβαίνει, επαναλαμβάνει την αρχετυπική πράξη της ρίψης του φιδιού στη φωτιά. Εν τέλει, δεν πρόκειται για επανάληψη. Δεν πρόκειται για επανάληψη, αν αντιληφθούμε πως κατά βάθος ζούμε μυθικά και πως, ό,τι γίνεται, γίνεται για πρώτη φορά.
_____Αυτό λοιπόν είναι το αντάλλαγμα που δίνει ο ξένος στους ψύλλους· ένα πρώτιστα ζωτικό γι' αυτούς αντάλλαγμα: θα γίνουν για μια βραδυά, το αρχέγονο πλήρες ον που ήσαν θα χαρούν την ενότητα με τα κόκκαλα του φιδιού, αποτελώντας το φίδι που ήσαν.
_____Ο μάγος δεν θέλει να σώσει την ανθρωπότητα, Μια φορά θέλησε να το κάμει κι αναγκάστηκε ν' αναγνωρίσει το άφθαρτο της ύλης μέσα στις μεταμορφώσεις της. Ο μάγος απλώς θέλει να βοηθήσει για μια βραδιά την ανθρωπότητα που τον φιλοξένησε. Κι ακόμα, να βοηθήσει τους ψύλλους και το μαχαίρι, για μια βραδιά, να ζήσουν στον πρωταρχικό τους εαυτό.
_____Ο ξένος τέλος, (κι αν δεν το πούμ' εμείς, ίσως κανένας να μην το πει), διακατέχεται από αισθήματα ευσπλαχνίας, όπως την πρώτη κιόλας φορά, όταν καιγόταν το φίδι. Κατανοούσε τους ανθρώπους συντρόφους του, μα κατανοούσε και τον άλλο του σύντροφο, το φίδι. Κ' είναι άλλωστε αυτό που τον κατέστησε ξένο, η ευσπλαχνία του για τα πάντα, που έχει τη ρίζα της στη βαθιά γνώση των πάντων.

_____4. Αλλά ο ξένος μιλάει για τους ψύλλους που θα μπορούσε να τους είχε κάψει ο πατέρας μου, σα να είναι οι ίδιοι ψύλλοι που θα συναντήσει αύριο αλλού. "Αν τους παίξω απιστία δεν με ξαναπιστεύουν".
_____Σίγουρα, το ένα είναι πολλά και τα πολλά είναι ένα. Και είναι γοητευτική βεβαίως η ερμηνεία που πρώτη φτάνει στο νου: Πως υπάρχει το ενιαίο πνεύμα των ψύλλων, που γνωστοποιεί σε όλους τους ψύλλους, αυτό που συμβαίνει σε μιαν ομάδα ψύλλων. Όμως δεν θα σταθώ σ' αυτή την ερμηνεία-υποκατάστατο. Θα την παραχωρήσω σε όλους εκείνους που καταφεύγουν σε μεταφυσικές, "μαγικές" ερμηνείες, επειδή αδυνατούν να προσεγγίσουν τη μαγεία που περικλείεται σ' αυτή την ίδια την απλή πραγματικότητα.
_____Το ενιαίο πνεύμα που (ανοήτως) αναζητείται στους ψύλλους, θα πρέπει να αναζητηθεί στον ίδιο τον μάγο, Οι άλλοι ψύλλοι θα ξέρουν, ακριβώς γιατί ο μάγος θα ξέρει. Ο μάγος δεν φοβάται αυτό που θα γνωρίζουν οι ψύλλοι στο επόμενο σπίτι, γιατί απλούστατα δεν θα το γνωρίζουν. Ο μάγος φοβάται αυτό που θα γνωρίζει ο ίδιος. Έτσι ο ξένος, γνωρίζει πως δεν μπορείς να περάσεις στη διάσταση της μαγείας, (όπου μαγεύεις τους πάντες και τα πάντα), αν δεν έχεις μαγέψει πρώτα τον ίδιο σου τον εαυτό. Και βέβαια ζούμε μέσα σε μια ψευδαίσθηση. Της οποίας όμως η υποβολή πρέπει να είναι πλήρης, απόλυτη, για ν' αποτελέσει μια λυτρωτική πραγματικότητα.



_____ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ

_____(Παίζοντας με τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου)

_____Δεν θα μιλήσω για την τελεία από την οποία ουσιαστικά ξεκινά το κάθε τι και στην οποία καταλήγει το κάθε τι, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του εκδηλούμενου και αποκρυβόμενου απολύτου, του εκρηγνυόμενου κι επανερχόμενου "σύμπαντος", που ανοίγει και κλείνει, μεγαλώνει και λιγοστεύει, ανασαίνοντας, σαν τα πνευμόνια μας, (την ηρακλείτεια φωτιά στο τζάκι του θώρακά μας), την έδρα της πνοής και του πνεύματος.
_____Γαλαξίες ποιημάτων, ιστορήματα και μυθιστορήματα, αρχίζουν και τελειώνουν με την τελεία. Και βέβαια είναι το φρενάρισμα αυτού του διάττοντα πάνω στην "ατμόσφαιρα" του χαρτιού που δημιουργεί τη μικρή ευθεία την οποία ονομάζουμε Ι (γιώτα). Και είναι αυτή η μικρή ευθεία που προεκτεινόμενη στο άπειρο μας κάνει το Ο (όμικρον).
_____Μα όλο το Ελληνικό Αλφάβητο προέρχεται από το Ι και το Ο. Είναι άλλωστε τα κατ' εξοχήν ερωτικά γράμματα, όντας το ένα φαλλικό, και το άλλο θηλυκό.
_____Από το Ι και το Ο προέρχονται όλα τα γράμματα του Ελληνικού Αλφαβήτου. Ακόμα και άνθρωπο φκιάχνεις μ' αυτά. Και ιδού η συνταγή για την κατασκευή της Γυναίκας:

Φκιάχνεις ένα κεφάλι με το Ο-μικρον
κι επίσης με το ο-μικρον φκιάχνεις τα μάτια και το στόμα, τις παλάμες, τις πατούσες και τ' αυτιά.
Χέρια, ποδάρια και κορμί τα φκιάχνεις με το Ι-ώτα.
Με Ι-ώτα επίσης φκιάχνεις δάχτυλα, μαλλιά.
Κάνεις με το ω-μέγα έναν κώλο.
Κάνεις και μ' ένα Β-ήτα τα βυζιά.

_____

_____Όσο για την κατασκευή του ’νδρα, δεν έχεις παρά να προσθέσεις στους τεσσερρις πρώτους στίχους, τους δυο ακόλουθους:

Και φκιάχνεις μ' ένα Ι-ώτα το φαλλό.
Φκιάχνεις ακόμα και τους όρχεις με δυο ο.

_____

___________*
_____Από το 1969-70 ακόμα, παίζω με τα γράμματα του Ελληνικού Αλφαβήτου. Πολλά από αυτά μου τα παιχνίδια έχουν δημοσιευτεί στα βιβλία μου ή σε άλλα έντυπα. Εν τέλει όμως, σιγά σιγά, όλα τα γράμματα του Αλφαβήτου, συγκεντρώθηκαν στο παρακάτω, ανέκδοτο μέχρι τώρα ποίημα, που λέγεται:


ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

Η μαύρη φυλλωσιά των ποιημάτων σκαρφαλώνει σαν κισσός
στους άσπρους τοίχους του βιβλίου μου.
Σε ξύλο πάνω πάντα γράφουμε.
Ξύλου πολτός περνάει από τους κύλινδρους κι ο κόσμος βγαίνει
_____απ' την αρχή του, άγραφος, λευκός,
Ύστερα γράφεις και μαθαίνεις στα παιδιά του Ανθρώπου το αλφάβητο:


Α, ή α, με τη ζώνη του Ανθρώπου ή με τα κέρατα του ταύρου.

Β, σαν το ζυγό των δυο βοδιών, σαν τα βυζιά σου που οι ρόγες τους διαβάζουν του χεριού μου τις γραμμές.

Γ ή γ, σαν κρεμάλα ή σαν κέρατα της αίγας.

Δ ή δ, σαν πλευρά μιας πυραμίΔας ή σαν φίδι που σηκώθηκε ν' ακούσει τον αυλό,

Ε, σαν τρικράνι πού 'χει χάσει το στυλιάρι του.

Ζ, σα να 'χει γράψει στη σελίδα τ' ουρανού με αστραπή το αρχικό τού ονόματός του ο Ζευς.

Η, σα να 'ναι οι στήλες του Ηρακλή είτε η πύλη των ανθρώπων και των σύννεφων.

Θ, σα να 'ναι η πύλη του Θεού φραγμένη με μια παύλα για τους βέβηλους που ανέτοιμοι πασχίζουν να εισέλθουν στο μυστήριο του θανάτου.

Ι, σαν το ραβδί του ραψωδού ή σαν κολώνα Ιωνική σ' ένα ναό της Ιφιγένειας, της Ινώς, της Ιοκάστης.

Κ, σαν το σκαμνί πού 'χει κυλήσει από τη θέση του.

Λ ή λ, σα να άνοιξε τα σκέλη για να δείξει πως ο χώρος
όσο μικρός κι αν φαίνεται είναι πάντα
άπειρος και αμέτρητος κι ασύγκριτος.

Μ, σαν να λύγισε ο δοκός της πύλης απ' το βάρος του αόρατου πουλιού·
η στάση της γυναίκας (των ποδιών της) σ' ώρα γάμου ή τοκετού.

Ν, σαν το Ν που αλλάζει μόνο όταν μπαίνει μέσα στον καθρέφτη.

Ξ, με τα τρία ξυλαράκια του τσαγιού για τη μαντεία σε ναό βουνήσιο της Ασίας.

Ο, το απόλυτο, το όμοιο
στον εαυτό του·
το κυκλικό ποτάμι· η πηγή του νου·
(καθρέφτης του Πρωτέα και κορνίζα του κενού).

Π, σα μια πύλη όπου περνά ο άνεμος του χρόνου παρασέρνοντας
γράμματα κι άστρα, μισοφέγγαρα και κόσκινα κι αράχνες και σκιές, την πρώτη αυγή,
κομήτες, άμμο κι άμαξες και δρόμους τυλιγμένους στο κουβάρι που ονομάζουν Γη.

Ρ είτε ρ, το ο-μικρον που άρχισε να στάζει εξηγώντας τη ροή κι έγινε ρό

Σ ή σ είτε ς, νάτο πάλι
(θέλω να πω το ό-μικρον) ξετύλιξε
τον εαυτό του κι έχει γίνει
το φίδι που σφυρίζει τη Σιωπή.

Τ, ο σΤαυρός ή ο Ταυρός· η πατερίτσα του Αγίου· το σφυρί
του Τέκτονα Τρισμέγιστου Ερμή.

Υ, είτε υ, το κύπελλο· τα χέρια
του Ακενατών που το υψώνουν προς τον Ήλιο,

Φ, το πηγάδι του θεού κι απάνω του το Ι να διαβείς και να μην πέσεις
μέσα στον εαυτό σου και πνιγείς.

Χ, που διέγραψε
εκείνο τ' ορισμένο πρόσωπό σου για να είσαι πια το κάθε τι.

Ψ, το τρικράνι που μαζεύει,
τα φύλλα πού 'πεσαν στις όχθες του Καιρού. Κι εσύ εκεί
μες στα νερά του Γαλαξία πάντα να ψαρεύεις μ' ένα ψ.

Ω, σα λιμάνι ποθητό·
πύλη του ήλιου στου πελάγου τον ορίζοντα·
τέλος σε κάθε μας ταξίδι μυθικό.

Και βέβαια δεν μπορείς να παίξεις ενόσω παραμένεις ένας εαυτός που δεν έχει περάσει από εδώ:

ΥστερόΓραφο:

Και τ' αρχικά του ονόματός μου εν τέλει τόσο χρήσιμα:
Για να κρεμώ από του Ύ-ψιλον τη φούρκα το σακκάκι μου
κι από του Γ-άμμα την κρεμάλα το κορμάκι μου.



_____ΜΗΝΥΜΑΤΑ

ΜΗΝΥΜΑ ΠΕΜΠΤΟ
(Ραΐνα, προς το τέλος του Μαρτίου):

Κάθομαι κάτω απ' το πουρνάρι, δίχως σκέψεις.
Τάχα γιατί να σκέφτομαι; Τριγύρω μου υπάρχουν
ενσαρκωμένες σκέψεις τόσο όμορφες
που βλέποντάς τες με γεμίζουν ευφροσύνη.


ΜΗΝΥΜΑ ΔΩΔΕΚΑΤΟ
(Βασιλική Λευκάδας, Αυγούστου 2ΟΟ2):

Στη σαρκοφάγο εδώ της γης και τ' ουρανού
κλεισμένος βρίσκομαι από γεννησιμιού.
Βεβαίως περπατώ και γράφω ακόμη
κι έχω στο κάρακλό μου λίγη κόμη,
Κοιμούμαι, πλένομαι, μα βλέπω καθαρά
πως τρώγουνε τη σάρκα μου αργά και σταθερά
ο χρόνος ο αόρατος κ' η άφθαρτη φθορά.



_____ΜΗΝΥΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ:

_____Βρίσκομαι στις ακαρνανικές ακτές με Αριάδνη και Δήμητρα, με Μαρία Αθηναία και Μαρία θεσσαλονικιά. Σας χαιρετώ από την πανάρχαια γκαλερί της γλύπτριας θάλασσας, της πιο χεροπιαστής αιωνιότητας, που μπροστά της ποζάρω ολόγυμνος, για να με κάνει όμοιον εαυτώ.


_____ΜΗΝΥΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
_____(Από τη Βασιλική της Λευκάδας):

_____Παπαγιώργηδες: Αύριο ζαβερδιανόμαστε* για γεύμα Νεφέλης Πετρούλα. Εμείς οι πειρατές πολύ γουστάρουμε τις κοσμικότητες. Χρειαζόμαστε άλλωστε τις φιλίες και τις κουμπαριές στο επικίνδυνο επάγγελμα που μας έλαχε. Μην ψάχνετε τη σημαία μας στο δάσος των καταρτιών ούτε στα προγονικά σεντούκια σας, θα έρθουμε από τον κάμπο κρυμμένοι σε κόκκινη άμαξα δίχως άλογα. Οψώμεθα. Ες αύριον τα σπουδαία.


_____ΜΗΝΥΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ
_____(Μετά από όνειρο, προς τον Αθανάσιο Παλιούρα):

_____Είδα στον ύπνο μου ότι μου έστειλες ένα σλάιντ. Προσπαθούσα να το δω. Το υψώνω στο φως. Ξαφνικά μεγαλώνει και βλέπω μια θαυμάσια σκηνή από τις Χίλιες και μία Νύχτες. Η λαχτάρα μου μπρος στην τόση ομορφιά με ξύπνησε. Μπορείς να μου ξαναστείλεις το σλάιντ;
_________________
_____*Ερχόμαστε στη Ζαβέρδα (Πάλαιρος Ακαρνανίας).


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ