Ναός
του Κόσμου: Ο Κόσμος, μ' όλα όσα αυτός
περιέχει, άλλο δεν είναι παρά ένας ναός,
όπου το κάθε ον είναι αρχιερέας.
Όταν
το ηλιακό κίτρινο και το γαλάζιο της
θάλασσας ενώνονται, μας δίνουν το πράσινο
του εξωφύλλου, δηλαδή το χρώμα της αιώνιας
Φύσης.
|
ΜΕΡΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠ'ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ Δεν υπάρχει θέμα· βρίσκομαι εδώ· βρίσκομαι πάντα εδώ. Έγραψα το Τραγούδι του Αρπιστή στα 2000 π.Χ. στην Αίγυπτο. Έγραψα την Οδύσσεια στα 800 π.Χ. στην Ιωνία. Έγραψα το Ταό Τε Κιγκ στα 600 π.Χ. στην Κίνα. Έγραψα τον 11ο αιώνα στο Ικόνιο το Μαθναβί ι Μαναβί. Τέλειωσα στη Ραββένα εξόριστος την Κωμωδία που ο Βοκκάκιος την είπε Θεία. 'Εγραψα τη Γυναίκα της Ζάκυθος Τα Τέσσερα Κουαρτέττα Την Κίχλη Το Μανθρασπέντα. Δεν υπάρχει θέμα· βρίσκομαι εδώ· βρίσκομαι πάντα εδώ. ΒΟΤΣΑΛΑ Ούτε βλασταίνουνε, ούτε μαραίνονται· σπόροι της πέτρας. Είναι στεγνά, είναι φτωχά, είναι ασήμαντα. Μα να τ' άγγιξαν τ' ανθισμένα δάχτυλα της θάλασσας και λάμπουν. Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ Γιατί ο Οδυσσέας δεν ήθελε τον πόλεμο γιατί δεν ήθελε στρατιώτη να τον πάρουν έπιασε κι όργωνε σαν έμαθε πως φτάνουν απεσταλμένοι του Αγαμέμνωνα. Όργωνε με το ένα και με τ' άλλο χούφτωνε αλάτι και το έσπερνε για να τους πείσει ότι ήτανε τρελλός. Ή μήπως δίχως να το ξέρει μετείχε σε μια πράξη μαγική, το αλάτι σπέρνοντας, αυτός που του μελλόταν να θερίζει χρόνια ολόκληρα τη θάλασσα; _____ΑΡΑΜΠΑΣ _____Αραμπάς· με τα άλφα του που ήσαν κάποτε κερασφόρα κρανία βοδιών· μ' εκείνο το πρώτο κεφαλαίο Α σαν άνθρωπος με τη ζώνη του. Με το ρ της ροής. Κάποια στιγμή το ο άρχισε να στάζει, να ρέει, κι έγινε ρ. Κ' ύστερα το μ· μουκανητό του βοδιού ή μούγγρισμα των αγριμιών· ο ήχος που 'ναι σύνορο ανάμεσα στη φωνή του ζώου και στη φωνή του ανθρώπου. Γι αυτό κ' οι πρώτες λέξεις από μ: Μα το φιλί. Μαστός και μεμέ το βυζί. Μαμ το φαγητό. Μάτερ η μάννα και η ύλη. Και ύστερα το π: Πόρτα και πύλη και πόλη περιτειχισμένη· πέρασμα του ανθρώπου ή του αραμπά μες από την πύλη. Πύργος και παράθυρο. Π: Κορνίζα του μέλλοντος. Και το τελικό ς· το ο που ξετυλίχτηκε σα φίδι και σφυρίζει τον ήχο της σιωπής· πόσο σοφά βαλμένο από τους Έλληνες στο τέλος τόσων λέξεων. _____Αραμπάς· αραμπάς φορτωμένος ένα νεκρό πρίγκηπα της Ασίας· αραμπάς φορτωμένος καρπούζια· αραμπάς φορτωμένος τσιγγάνες· αραμπάς φορτωμένος κοπριά· αραμπάς φορτωμένος ξύλα· αραμπάς φορτωμένος γλάστρες με λουλούδια· αραμπάς φορτωμένος όπλα· αραμπάς φορτωμένος βαρέλια με νερό· αραμπάς φορτωμένος φεγγάρια· αραμπάς φορτωμένος καθρέφτες· αραμπάς φορτωμένος πλήθος όρθια αναμμένα κεριά· αραμπάς φορτωμένος κορμιά εκτελεσμένων Κούρδων· αραμπάς αδειανός γιατί δεν βρέθηκε πουθενά το πτώμα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα· αραμπάς φορτωμένος παιδιά και σερνάμενος από ένα βόδι που στα κέρατά του ανάμεσα κάποιος ετοποθέτησε χορδές. Αραμπάς στην άκρη της Τριχωνίδας: Το ζώο ζύγωσε και σκύβει στον καθρέφτη του νερού· ασπάζεται τον εαυτό του· πίνει. _____Κ' ύστερα, ο αραμπάς ουρανός· με τροχούς του τον ήλιο και το φεγγάρι· φορτωμένος άλλοτε νέφη, άλλοτε άστρα. Πού μπορεί να πηγαίνει τούτος ο αραμπάς, που στον πάτο της καρότσας του, κουβαλάει μαζί του όλους εμάς;
TΗΛΕΦΩΝΩ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ Τηλεφωνώ στους φίλους· όλοι εργάζονται. Σ' αυτό τον κόσμο ρε γαμώ το δηλαδή μόνο εγώ κι ο ήλιος τεμπελιάζουμε;
Ο ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΟΣ ΜΟΥ ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ Ανάσκελα γυμνός στην αμμουδιά. Ψηλοί γρανίτες, κατακόρυφοι, μπροστά μου, πίσω, αριστερά. Θα 'μαι στο θεϊκό μου τάφο συλλογίζομαι. Κτερίσματα μού 'βάλαν το φεγγάρι και τον ήλιο. Κι άφησαν πλάι μου τη θάλασσα. Κύματα έρχονται· σκορπίζουν το ανθισμένο τους κορμί στην αμμουδιά, μέχρι το σώμα μου. Κ' ύστερα η νύχτα με σκεπάζει με των άστρων τα κλαδιά. |