ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ: Ένας μυστικός παγανιστής*
Η Ελλάδα βεβαίως, υπήρξε ανέκαθεν μια χώρα που είχε το προνόμιο να βγάζει μεγάλους ποιητές. Και για να είμαστε σύντομοι, από τον Όμηρο μέχρι τον Ελύτη, δεν έπαψε να παρέχει αξιόλογα στοιχεία, εννοιολογικά, ιστορικά και μυθικά, αισθητικά και ηθικά, που την κατέστησαν την μεγαλύτερη πηγή αυτού που μέχρι σήμερα εξακολουθούμε ν’ αποκαλούμε «πολιτισμό». Όμως από τον Σωκράτη, όπως τον είδε η νοσταλγία του Νίτσε, ο λόγος διαδέχθηκε τον μύθο, και η εξέλιξη του λόγου γενικότερα και του ποιητικού λόγου ειδικότερα, διέτρεξαν χώρους που δεν υποψιάζεται κανείς, μέχρι το σουρεαλισμό για παράδειγμα, για τον οποίον μεγάλο ενδιαφέρον έδειξαν σπουδαίοι έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα. Έτσι συνέβη να μετριαστεί εν μέρει ή να ξεχαστεί, μια άλλη ποίηση, αυτή που ανάγεται στον μύθο και να φανεί από τότε πεπαλαιωμένη ή ακόμα και αφελής. Ο Γ.Υ. λοιπόν επαναπατρίζει τη σύγχρονη ελληνική ποίηση στον μύθο και στη χώρα που γέννησε το μύθο. Τον μύθο (όχι μόνο αναλυόμενο, ερμηνευόμενο, εμβαθυνόμενο, εύπεπτο και σερβιρισμένο ανάλογα με μιαν επεξεργασμένη διαλεκτική), σαν ένα ανώτερο εργαλείο κατανόησης (όπως τον οικειοποιήθηκε για παράδειγμα η ψυχανάλυση), αλλά κυρίως σαν ένα άμεσο όργανο γνώσης και ανα-γνώρισης. Ως προς αυτό ο Γ.Υ. κατέχει μιαν ιδιαίτερη θέση στη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Και για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα (και χωρίς υποστηρίγματα), οι συνεχείς μυθολογικές και συμβολικές αναφορές του μας ξαναφέρνουν πίσω στη σύνθετη σκέψη των μεγάλων προσωκρατικών φιλοσόφων της Αρχαιότητας (που άλλωστε ποιητές ήσαν κι αυτοί), σε μια παραβολική αντίληψη του ποιήματος που αιωρείται ανάμεσα στη φαινομενική απλότητα μιας συνηθισμένης παρατήρησης και στο σκοτεινό βάθος ενός Ηράκλειτου. Έτσι δεν πρέπει να τον κατατάξουμε σε μιαν ορισμένη γενιά ή λογοτεχνική σχολή, ακόμα κι αν ο Τορώ, ο Ουΐτμαν, ο Ντύλαν Τόμας ή ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ για παράδειγμα, μπορούν να θεωρηθούν μέλη της δικής του οικογένειας.
Στην ποίησή του όπως και στην ζωή του ο Γ.Υ. δεν χρησιμοποιεί λοιπόν τον μύθο σαν ένα διανοητικό όργανο της μόδας, αλλά σαν άμεση βεβαιότητα, σαν μια κατάσταση πνευματικής εφαρμογής, σαν μια μόνιμη στάση προς τον Κόσμο.
Πρέπει να είναι πολύ σοφός (με τον τρόπο των σοφών της Ανατολής από τους οποίους γαλουχήθηκε) ή πολύ παιδί (όπως παρέμεινε) για να κοιτάζει, (πράγμα βεβαίως που κάνει), μια πέτρα, ένα λουλούδι, μια πεταλούδα, ένα δέντρο, τ’ άστρα ή ένα κούτσουρο, κι ακόμη ένα αυτοκίνητο ή μια ηλεκτρική πρίζα, και ν’ αναγνωρίζει σ’ αυτά παρουσίες που ζωντανεύουν από την αχανή αίσθηση της μοναδικότητας, φέρνοντάς μας κοντά στο μυστικό των πραγμάτων, σε στενή σχέση με το σύμπαν μέσα στο οποίο ο άνθρωπος, απλά, δεν έχει παρά να παρατηρήσει για να μάθει, και, δεν έχει παρά να βυθιστεί για να χαρεί.
Στην ομηρική γλώσσα, η λέξη Υφαντής σημαίνει τον κατεξοχήν άνθρωπο της τέχνης και πιο συγκεκριμένα αυτόν που υφαίνει, μ’ έναν τρόπο αμφίσημο, καθώς πρώτο συνθετικό της έχει το Υ που σημαίνει το «κρυμμένο» και δεύτερο συνθετικό της τη λέξη φάντης που σημαίνει αυτόν που φανερώνει, που φέρνει στο φως. Κρυμμένο από το φως, φανερωμένο στο φως. Να ακόμη ένα «θέμα φωτός» όπως έγραψε κι ο Ελύτης. Δηλαδή θέμα αποκάλυψης, μια και η λέξη αυτή κατά γράμμα σημαίνει «αυτός που αποκαλύπτει». Ο Γ.Υ. έχει λοιπόν όνομα το Ιωάννης, δηλαδή το όνομα του Ευαγγελιστή Ιωάννη που έγραψε την Αποκάλυψή του μέσα στο ιδιαίτερο φως της Πάτμου. Παρ’ όλ’ αυτά ο Γ.Υ. δεν είναι μόνον αυτός ο Ιωάννης. Μπορεί να είναι και ο Βαπτιστής που ζούσε μέσα στη φύση, είχε μεγάλη γενειάδα και κάλυπτε τη γύμνια του με γιδοτόμαρο. Έχει έτσι πλήρως την εμφάνιση ενός θεού του αρχαίου κόσμου, του ίδιου του Πάνα όπως παρουσιάζεται σ’ ένα ωραιότατο γλυπτό της ρωμαϊκής εποχής που εκτίθεται στο Μουσείο Μπενάκη της Αθήνας. («Ο Μέγας Πάν απέθανε! Ο Μέγας Πάν απέθανε!». Αυτή η κραυγή που συμπληρώνει το τέλος ενός απέραντου επίγειου κύκλου αναφέρεται στο θάνατο του τελευταίου Πάνα; Του Ιωάννη του Βαπτιστή;). Ο Γ.Υ., ο οποίος τόσο φυσιογνωμικά όσο και ποιητικά, μέσα στο έργο του, θυμίζει αυτό τον αρχαίο θεό, φέροντας το όνομα εκείνου που ίσως υπήρξε η τελευταία ενσάρκωση αυτού του θεού, έρχεται να μαρτυρήσει ότι, όχι, ο Παν δεν πέθανε, ότι η φωνή αυτού του αρχέγονου και σοφού θεού είναι η φωνή της διάρκειας, η φωνή της μοναδικής σύνθετης διάνοιας του κόσμου, παρά τις προσχώσεις αιώνων κουλτούρας και το υλιστικό προσωπείο του μοντερνισμού.
Τα «τραχειά» χαρακτηριστικά του Γ.Υ. είναι πολυάριθμα. Έχοντας πατέρα βοσκό, ο ποιητής έζησε από την παιδική του ηλικία όχι μόνο κοντά στα ζώα και στα φυτά, αλλά παρατηρώντας μονίμως όλα τα μετεωρολογικά φαινόμενα και κυρίως μελετώντας βαθειά τη νύχτα, τον αστερόεντα ουράνιο θόλο. Γεννήθηκε στο Αγρίνιο της Αιτωλίας (σ’ ένα ποίημα εξηγεί ότι το όνομα αυτής της πόλης στη Δυτική Ελλάδα προέρχεται από τη ρίζα «άγριος». Το πατρικό του σπίτι στο χωριό Ραΐνα, είναι μια αγροικία ανοιχτή προς την άγρια φύση. Πρέπει να δούμε τον Γιάννη Υφαντή να ζει εκεί με τρόπο ταπεινό, σε στενή επικοινωνία μ’ όλα τα στοιχεία της φύσης που τον περιβάλλουν, από τα πιο προσωπικά μέχρι τα πιο μεγαλοπρεπή. Να τον δούμε να παρατηρεί ένα φυτό είτε ένα έντομο μ’ ένα μεγάλο μεγεθυντικό φακό προσπαθώντας να ’ρθει σε στενή επαφή με τα ιερογλυφικά των σχημάτων τους και να κατανοήσει το βαθύτερο νόημα της παρουσίας τους μέσα στο άπειρο οικοδόμημα του κόσμου. Γιατί όντας οπαδός του Αναξίμανδρου γνωρίζει ότι μέσα στο άπειρα μικρό περιέχεται το άπειρα μεγάλο κι ότι μέσα στο κοσμικό άπειρο της έναστρης νύχτας βλέπει μεγεθυμένο το νόημα της ύπαρξης ακόμα και του ταπεινότερου όντος.
Όλα είναι αίσθηση για τον Γ.Υ. τον εραστή των άστρων, τον μυημένο στα σύμβολα, τον μαγεμένο από την παρουσία των άπειρων υπάρξεων. Κι αν όλα είναι αίσθηση, οι αισθήσεις πρέπει να είναι σε θέση να συναντούν, ν’ ανακαλύπτουν, να εφευρίσκουν τα σημάδια τους, ώστε να αξιοποιήσουν τις αποκαλυπτικές τους δυνατότητες. Έτσι ο Γ.Υ. είναι ποιητής επειδή μόνο η ποίηση μπορεί να είναι η εσώτατη κι ενορατική, η ιερή και οραματική δύναμη σύλληψης του κόσμου, κι ακόμα η αλληλοσύνδεση και αλληλουχία όλων των μορφών και των στοιχείων της ζωής.
Ο Γ.Υ. βρήκε
το δικό του υπέρτατο σύμβολο:
⊙. Τη
σημασία αυτής της τελείας στο κέντρο ενός κύκλου, που έγινε η υπογραφή του, την
εξηγεί στην ομιλία του κατά την απονομή του βραβείου Καβάφη, στο Κάιρο το 1995:
«…αυτό το τελευταίο ποίημα του Καβάφη, αυτό το σύμβολο, έγινε η ιερή μου υπογραφή».
Ας θυμηθούμε ότι αυτό το σύμβολο ήταν το ιερογλυφικό του ηλιακού θεού Ρα. Ο κύκλος,
σύμβολο του απείρου, της αιώνιας επανεκκίνησης, της ευρείας αλληλουχίας του μεγάλου
Παντός, επανέρχεται ακόμη και στη μυθική μορφή του Ουροβόρου (του φιδιού που δαγκώνει
την ουρά του) στον οποίο ο Γ.Υ. αναφέρεται σχεδόν μόνιμα.
Παγανιστικός
μυστικισμός, πανθεϊσμός, ηδονισμός, αισθησιασμός·
όλες αυτές οι ονομασίες συνυπάρχουν για να χαρακτηρίσουν το σύστημα αντίληψης και
παρουσίασης αυτής της ποίησης, που πριν γίνει ποίηση, είναι ήδη η στάση του ποιητή
μπροστά στον κόσμο.
Δεν εκπλήσσει
λοιπόν το ότι αυτή η ηθελημένη σύμπτωση, αυτή η στενή σχέση με τον κόσμο περνάει
συχνά από την προσωπική αναφορά, τη βιογραφική, και μάλιστα μη εκδοσμένη, όπως τη
δείχνουν ο τόπος και οι χρονολογίες πολλών ποιημάτων, καθώς επίσης και οι τίτλοι
στις αφιερώσεις. Γιατί ποια άλλη στάση από την πλήρως υποκειμενική, ποιο άλλο όργανο
από το σώμα, θα μας επέτρεπαν να φτάσουμε εκεί; Το σώμα και η ερωτική του δόνηση,
δηλαδή ο παλμός της αρμονίας του με ό,τι ζει. Ο Παν δεν είναι παρά αυτή η ακατανίκητη
γιορτή του έρωτα που φτάνει μέχρι το ιερό. Το σώμα λοιπόν είναι κι αυτό όπως
ο ίδιος ο κόσμος: ένας ναός. «Όλα είναι άγια! ‘Όλα είναι άγια!» φωνάζει ο
Κένταυρος στη Μήδεια του Παζολίνι. «Τι ωραίος ουρανός! Δε
νομίζεις πως δεν υπάρχει ούτε καν ένα κομμάτι που να μην είναι μέλος αυτού
του θεού; Δεν βλέπεις τα χνάρια της ιερής παρουσίας του: σιωπή, μυρουδιά χόρτου
ή δροσιά φρέσκου νερού…». Έτσι θα μιλούσε ο Υφαντής.
Δεν θα μπορούσε
λοιπόν να κατανοήσει κανείς την ποίηση του Γ.Υ. αν δεν
την διαβάσει σα μιαν απόπειρα μεταγραφής – κατ’ ανάγκην περιορισμένη – και
κατανόησης του μεγάλου Παντός, μια «μικρογραφία του σύμπαντος» όπως λέει
ο ίδιος, κατανόηση διαισθητική και συγκινησιακή (με ολοζώντανες όλες τις αισθήσεις
του) που επικαλείται τις μορφές του μύθου σαν την πιο κατάλληλη γλώσσα. Η ποίηση
αυτή δεν είναι μόνο κατά γράμμα (ο γάλλος αναγνώστης μη μπορώντας να προσεγγίσει
κάποια ποιήματα γραμμένα στην ελληνική γλώσσα δεν μπορεί παρά μόνο μιαν ιδέα να
έχει), αλλά και «πνευματική» μια και δεν μπορεί να ξεχάσει κανείς ότι είναι η έκφραση
ενός πνεύματος βαθειά στοχαστικού που ενσαρκώνεται σε σάρκα του κορμιού και σε σάρκα
του κόσμου. Είναι αυτό που το 1986 ο Γιάννης Ρίτσος μπόρεσε να συνοψίσει, γράφοντας
για την ποίηση του Γιάννη Υφαντή: «είναι η έκσταση του αισθησιασμού και ο αισθησιασμός
της έκστασης». Το ποίημά του «Πως ζούμε μυθικά μας διαφεύγει» αποτελεί
ένα από τα κυρίαρχα ποιήματα της φιλοσοφίας του και της ποιητικής του τέχνης.
| Νά ’μαι εδώ που το μηδέν δαγκώνει την ουρά του με ηδονή και πόνο νά ’μαι στο μέσον της αιωνιότητας στην αρχή και στο τέλος της». Ζαν-Κλωντ Βιλλαίν |
| JE VIENS Je ne sais si c’est Homere ou Ritsos qui m'ont persuade d’entrer dans le Cheval de Troie sans autre arme qu’une epee et un miroir. Je viens du desert la ou le sable est effritement de toute forme. Je viens des Ourses charge d'un sac d’etoiles et tenant a la main un masque de lune. Je viens de la hutte tressee des branches de l’eclair. Je viens d’une maison faite de miroirs. Je viens du ravin courbe comme un sabre moitie neige et moitie fleurs. Je viens des bords d’un torrent de montagne ou les cascades-ascetes se tiennent debout parmi de grandes jarres de pierre. Je viens du Nord ayant pour skis deux croissants de lune, glissant sur la neige sans cesse pendant trois mille ans. Je viens des hordes de Tatares ; je suis le soldat qui egorgea Attar et je suis aussi Attar lui-meme et le couteau qui l’egorgea. Je viens de la galaxie noire des fourmis emportant un papillon mort comme s'il etait un voilier d’anges, comme s'il etait Icare apres sa chute. Je viens de Grece dont la main ecartee le Peloponnese seme autour d’elle des iles pour ne pas se sentir seule en s’avancant dans la mer. Je viens du creux d’une branche pourrie ou j'officiais en tenue d’abeille sauvage ou dans les vetements sacerdotaux d'un papillon. Je viens du crepuscule Thessalie ou pendant mille ans je fis paitre un troupeau de feux. Je viens du livre d’Anaximandre ; je m’y trouve toujours ou que j’aille. Ils m'ont demande d’ou je viens. Que pouvais-je leur dire ? Sans pouvoir me comprendre ils m’auraient attache et enferme a l’asile. " Je viens d’Agrinio "(1), dis-je tout simplement, cachant dans ce mot autant que je pus le " agrios " (2), le " ni " et avant tout le " o ", qui est puits et piege, ma maison, et miroir, et labyrinthe (le labyrinthe le plus complexe bien qu'il paraisse si simple, tel une toute petite bague). Thessalonique, 1994 (1) ville d’Etolie, proche de Raina, village natal de l’auteur.(NdT) (2) « sauvage » en grec. (NdT) OUROBOUROS (1) A Gethemani *, a Lilith Tu m’envoyas avec les neiges du Nord un livre ferme dans une enveloppe (papillon non encore eclos). Animaux sur les timbres de ton enveloppe blanche Animaux descendant les glaciers de papier pour arriver jusqu’ici dans mon Sud : caribou, lievre blanc, renard, ours, renne, loup. Que pourrais-je t’envoyer de la Mediterranee ? Et comment te l’envoyer ? Mais tu le sais : Le loup mange le lievre et le lievre mange l’herbe et l’herbe mange la terre et la terre mange le loup. Terrible cercle auquel rien ne peut echapper. Dans ce cercle tout nait et meurt De ce cercle rien ne sort . C'est pourquoi je t’envoie le Devoreur de queue magique (serpent, ou dragon se mordant la queue). Il contient toutes les creatures Il contient le monde entier. Le noir-mal, le blanc-bien, le jour et la nuit. Mais le blanc se nourrit du noir le noir se nourrit du blanc. Le jour et la nuit, le bien et le mal se nourrissent l'un de l'autre, voila pourquoi " Un est Tout " dirent les Grecs qui tracerent sur le papyrus, sur le cuir, sur le papier le Devoreur de queue. Et moi, je l'ai accroche sur le mur de ma cellule, comme icone au-dessus de mon lit, face au miroir ou je me metamorphose comme souffle le temps. (1) figure de l'Ourobouros "le mangeur de queue", que Yannis Yfantis reprend souvent comme figure metaphorique du cercle, c’est-a-dire de la circularite infinie du tout.(NdT) * Pour ses peintures d’avant Eden, mais surtout parce qu’elle vola la table magique des astrologues de Babylone. ANIMAL - LIVRE A Tsuang Tsou ; aux morts ; a l’erebe et ses fleurs, les astres. Elle n’ecrit pas, ne lit, ne travaille. Ses nombreux pieds, couverts de duvet ; pas un dragon ; une vague de vie. Elle marche comme un pouls battrait sur une branche, des feuilles a la place des doigts. Plus joliment vetue que la reine du Sud. Avec ses ceintures, ses perles, ses couleurs elle n’est cependant pas Ishtar. La vache envoutee qui a decide Finalement de devenir chenille se dandine, progresse avec coquetterie, remuant ses cornes a droite et a gauche. Elle a oublie ce que signifie le cercle ; si on la touche a l’instant elle devient une spirale. Pour elle tout arbre est l’Arbre de Vie. Elle s’enferme dans un sac de couleur blanche et s’y tient suspendue comme Votan accroche a l’Arbre-Vent du Cosmos. On pretend que c’est le sac d’Hermes Trismegiste ou celui du Fou, je ne sais. On pretend qu’a l’interieur elle lit dans les archives des planetes, qu’elle y rencontre le Sommeil et la Mort, des passages et des cartes parlant des iles Fortunees. Voila ensuite le sac qui commence a s’ouvrir lentement et a engendrer un livre deployant ses pages ; (fraiches encore grace aux couleurs d’Apollon fraiches encore grace aux alphabets des esprits tenebreux). Livre-animal qui se nourrit et buvant le nectar des pots fleuris. Il vole de fleur en fleur telle l’ame de Pythagore d’astre en astre. Chaman-fourmi monte au soleil de l’epine, il ne s’etonne. Scarabee noir roulant une boulette de crotte, il ne s’etonne. Seul le poete s’interroge : " Mais comment se fait-il qu’une fleur tombee a terre puisse retourner a nouveau sur la branche ? " " Moritake, demande aux Grecs : Les Grecs l’ont nommee fleur volante, et ame ".(1) Arcadie, ete 1991. (1) en grec ancien, l’ame et le papillon sont le meme mot (feminin).(NdT) |